αυλόπορτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυλόπορτα αυλόπορτες
γενική αυλόπορτας
αιτιατική αυλόπορτα αυλόπορτες
κλητική αυλόπορτα αυλόπορτες
σπάνια γενική πληθυντικού: των αυλοπορτών

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυλόπορτα < αυλή + -ο- + πόρτα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυλόπορτα θηλυκό

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]