αυνανίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυνανίζομαι < αυνανισμός < ελληνιστική κοινή Αὐνάν < εβραϊκή אוֹנָן (onán)
Ρήμα
[επεξεργασία]αυνανίζομαι
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Αυνάν στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυνανίζομαι