αυξανόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυξανόμενος αυξανόμενη αυξανόμενο
γενική αυξανόμενου αυξανόμενης αυξανόμενου
αιτιατική αυξανόμενο αυξανόμενη αυξανόμενο
κλητική αυξανόμενε αυξανόμενη αυξανόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυξανόμενοι αυξανόμενες αυξανόμενα
γενική αυξανόμενων αυξανόμενων αυξανόμενων
αιτιατική αυξανόμενους αυξανόμενες αυξανόμενα
κλητική αυξανόμενοι αυξανόμενες αυξανόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυξανόμενος < αυξάνομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αυξανόμενος, -η, -ο

  1. που αυξάνεται

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]