αυξημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυξημένος αυξημένη αυξημένο
γενική αυξημένου αυξημένης αυξημένου
αιτιατική αυξημένο αυξημένη αυξημένο
κλητική αυξημένε αυξημένη αυξημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυξημένοι αυξημένες αυξημένα
γενική αυξημένων αυξημένων αυξημένων
αιτιατική αυξημένους αυξημένες αυξημένα
κλητική αυξημένοι αυξημένες αυξημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυξημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αυξάνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.ksiˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αυξημένος και ηυξημένος

  • που έχει αυξηθεί σε σχέση με το παρελθόν ή είναι μεγαλύτερος από το αναμενόμενο
    αυξημένα ποσοστά υγρασίας παρατηρούνται τις τελευταίες μέρες

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]