αυτάρεσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτάρεσκος η αυτάρεσκη το αυτάρεσκο
      γενική του αυτάρεσκου της αυτάρεσκης του αυτάρεσκου
    αιτιατική τον αυτάρεσκο την αυτάρεσκη το αυτάρεσκο
     κλητική αυτάρεσκε αυτάρεσκη αυτάρεσκο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτάρεσκοι οι αυτάρεσκες τα αυτάρεσκα
      γενική των αυτάρεσκων των αυτάρεσκων των αυτάρεσκων
    αιτιατική τους αυτάρεσκους τις αυτάρεσκες τα αυτάρεσκα
     κλητική αυτάρεσκοι αυτάρεσκες αυτάρεσκα
όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτάρεσκος < ελληνιστική κοινή αὐτάρεσκος

Επίθετο[επεξεργασία]

αυτάρεσκος, -η, -ο

  1. (για πρόσωπο) που ευχαριστιέται θαυμάζοντας τον εαυτό του και τις πραγματικές ή υποθετικές αρετές του
  2. (για ενέργεια ή στάση) που ταιριάζει σε ένα τέτοιο άτομο, που δείχνει αυταρέσκεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]