αυτάρκης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αὐτάρκης

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτάρκης αυτάρκης αύταρκες
γενική αυτάρκους αυτάρκους αυτάρκους
αιτιατική αυτάρκη αυτάρκη αύταρκες
κλητική αυτάρκη(ς) αυτάρκης αύταρκες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη
γενική αυτάρκων αυτάρκων αυτάρκων
αιτιατική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη
κλητική αυτάρκεις αυτάρκεις αυτάρκη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτάρκης < αρχαία ελληνική αὐτάρκης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτάρκης, -ης, -ες

  1. που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του
    η χώρα είναι αυτάρκης σε γεωργικά προϊόντα και δεν έχει ανάγκη εισαγωγών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]