αυτάρκης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | ο/η | αυτάρκης | το | αύταρκες | ||
| γενική | του/της | αυτάρκους* | του | αυτάρκους | ||
| αιτιατική | τον/την | αυτάρκη | το | αύταρκες | ||
| κλητική | αυτάρκη | αύταρκες | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | οι | αυτάρκεις | τα | αυτάρκη | ||
| γενική | των | αυτάρκων | των | αυτάρκων | ||
| αιτιατική | τους/τις | αυτάρκεις | τα | αυτάρκη | ||
| κλητική | αυτάρκεις | αυτάρκη | ||||
| * Και προφορικός τύπος σε -η στη γενική ενικού αρσενικού, ή και θηλυκού | ||||||
| Κατηγορία όπως «συνήθης» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτάρκης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐτάρκης. Με πρόθημα αυτ- → και δείτε τη λέξη αὐτάρκης
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈftaɾ.cis/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐τάρ‐κης
- ομόηχο: αυτάρκεις
Επίθετο
[επεξεργασία]αυτάρκης, αυτάρκης, αύταρκες
- που ικανοποιεί μόνος του τις ανάγκες του
- ※ Κάποτε, σε μυθιστόρημα συγγραφέα που δε θυμάται το όνομά του, είχε διαβάσει τη φράση «Τελικά ο Αυνάν ήταν αυτάρκης». Τον είχε εντυπωσιάσει τότε η φράση εκείνη. Μπορεί και να του απενοχοποιούσε εφηβικές παρασπονδίες. (Μάνος Κοντολέων, Κόντρα ρόλος, εκδ. Πατάκης, 2025)
- ※ «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, 2014 )
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτάρκης
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτάρκης - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αυτάρκης - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'συνήθης' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Ομόηχα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)