αυτεπαρκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

(Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. σημασίας στην ιατρική, φαρμακολογία κλπ --sarri.greek (συζήτηση) 13:29, 1 Ιουλίου 2019 (UTC).


Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτεπαρκής αυτεπαρκής αυτεπαρκές
γενική αυτεπαρκούς αυτεπαρκούς αυτεπαρκούς
αιτιατική αυτεπαρκή αυτεπαρκή αυτεπαρκές
κλητική αυτεπαρκή(ής) αυτεπαρκής αυτεπαρκές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτεπαρκείς αυτεπαρκείς αυτεπαρκή
γενική αυτεπαρκών αυτεπαρκών αυτεπαρκών
αιτιατική αυτεπαρκείς αυτεπαρκείς αυτεπαρκή
κλητική αυτεπαρκείς αυτεπαρκείς αυτεπαρκή

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτεπαρκής < αυτ-, αυτο- + επαρκής, (νεολογισμός) του τέλους του 20ου αιώνα → λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

αυτεπαρκής, -ής, -ές

  1. ο αυτάρκης
  2. (φιλοσοφία, λογική, μεταλογική) ο ικανός να αιτιολογήσει την οντότητά του βάσει της εσωτερικής του μεταλογικής πληρότητας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]