αυτοέλεγχο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

αυτοέλεγχο αρσενικό

  1. αυτοέλεγχος, στην αιτιατική του ενικού