αυτοέλεγχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοέλεγχος αυτοέλεγχοι
γενική αυτοελέγχου αυτοελέγχων
αιτιατική αυτοέλεγχο αυτοελέγχους
κλητική αυτοέλεγχε αυτοέλεγχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοέλεγχος < αυτο- + έλεγχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ftɔ.ˈɛ.lɛŋ.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοέλεγχος αρσενικό

  1. ο έλεγχος πάνω στον εαυτό μας, η αυτοσυγκράτηση, η αυτοκυριαρχία
  2. ο έλεγχος από εμάς τους ίδιους των δικών μας πράξεων για λάθη ή παραλείψεις
  3. η δική μας αποδοκιμασία για λάθη και παραλείψεις μας, ο έλεγχος από τη συνείδησή μας

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]