αυτοανάλυση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοανάλυση | οι | αυτοαναλύσεις |
| γενική | της | αυτοανάλυσης* | των | αυτοαναλύσεων |
| αιτιατική | την | αυτοανάλυση | τις | αυτοαναλύσεις |
| κλητική | αυτοανάλυση | αυτοαναλύσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοαναλύσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοανάλυση < αυτο- + ανάλυση (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Selbstanalyse)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοανάλυση θηλυκό
- (ψυχολογία) συνειδητή και δομημένη διερεύνηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των κινήτρων ενός ατόμου από το ίδιο, με σκοπό την αυτογνωσία και την προσωπική βελτίωση
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοανάλυση
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτοανάλυση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αυτοανάλυση - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αυτοανάλυση - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)