Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοανάλυση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοανάλυση οι αυτοαναλύσεις
      γενική της αυτοανάλυσης* των αυτοαναλύσεων
    αιτιατική την αυτοανάλυση τις αυτοαναλύσεις
     κλητική αυτοανάλυση αυτοαναλύσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοαναλύσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοανάλυση < αυτο- + ανάλυση (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Selbstanalyse)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοανάλυση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]