αυτοαναφορά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοαναφορά < αυτο- + αναφορά (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-reference[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοαναφορά θηλυκό
- (λόγιο) χρήση λόγου ή πράξης με την οποία το άτομο στρέφει την προσοχή στο ίδιο, τονίζοντας δικές του ιδιότητες, εμπειρίες ή συναισθήματα
- (λογοτεχνικό) μνεία από συγγραφέα ή ερευνητή σε προηγούμενη δική του δημοσίευση ή κείμενο
- (ψυχολογία) τάση να ερμηνεύεται ή να νοηματοδοτείται κάθε πληροφορία σε σχέση με την προσωπική εμπειρία ή τα χαρακτηριστικά του ατόμου
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Self-reference στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοαναφορά
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αυτοαναφορά - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' χωρίς κατάληξη '-ιά' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λογοτεχνικό ύφος (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)