Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοανοσοποίηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοανοσοποίηση οι αυτοανοσοποιήσεις
      γενική της αυτοανοσοποίησης των αυτοανοσοποιήσεων
    αιτιατική την αυτοανοσοποίηση τις αυτοανοσοποιήσεις
     κλητική αυτοανοσοποίηση αυτοανοσοποιήσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοανοσοποίηση < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autoimmunization. *αυτοανοσ(ος)+-ο-(-ποιώ) + -ποίηση. Συγκρίνετε με το αυτοανοσία.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.fto.a.no.soˈpi.i.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αυτοανοσοποίηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοανοσοποίηση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]