αυτοανοσοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοανοσοποίηση | οι | αυτοανοσοποιήσεις |
| γενική | της | αυτοανοσοποίησης | των | αυτοανοσοποιήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοανοσοποίηση | τις | αυτοανοσοποιήσεις |
| κλητική | αυτοανοσοποίηση | αυτοανοσοποιήσεις | ||
| Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις. | ||||
| Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοανοσοποίηση < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική autoimmunization. *αυτοανοσ(ος)+-ο-(-ποιώ) + -ποίηση. Συγκρίνετε με το αυτοανοσία.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.fto.a.no.soˈpi.i.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐το‐α‐νο‐σο‐ποί‐η‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοανοσοποίηση θηλυκό
- (ιατρική) η αυτοανοσία
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τις λέξεις αυτοάνοσος, ποιώ, αυτός και νόσος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοανοσοποίηση
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτοανοσοποίηση - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παγκοσμιοποίηση' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποίηση (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)