αυτοδιαχειρίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοδιαχειρίζομαι < αυτο- + διαχειρίζομαι ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική autogérer)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ftɔ.ði.a.çi.ˈɾi.zɔ.mε/ και /a.ftɔ.ðʝa.çi.ˈɾi.zɔ.mε/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοδιαχειρίζομαι θηλυκό (αποθετικό)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]