αυτοεκφυλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοεκφυλιστικός αυτοεκφυλιστική αυτοεκφυλιστικό
γενική αυτοεκφυλιστικού αυτοεκφυλιστικής αυτοεκφυλιστικού
αιτιατική αυτοεκφυλιστικό αυτοεκφυλιστική αυτοεκφυλιστικό
κλητική αυτοεκφυλιστικέ αυτοεκφυλιστική αυτοεκφυλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοεκφυλιστικοί αυτοεκφυλιστικές αυτοεκφυλιστικά
γενική αυτοεκφυλιστικών αυτοεκφυλιστικών αυτοεκφυλιστικών
αιτιατική αυτοεκφυλιστικούς αυτοεκφυλιστικές αυτοεκφυλιστικά
κλητική αυτοεκφυλιστικοί αυτοεκφυλιστικές αυτοεκφυλιστικά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

/?/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

αυτοεκφυλιστικός < αυτο- + εκφυλιστικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοεκφυλιστικός (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  • κάτι που αλλοιώνεται εγγενώς