αυτοεξευτελίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοεξευτελίζομαι < αυτο- + εξευτελίζομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αυτοεξευτελίζομαι (αποθετικό)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | αυτοεξευτελίζομαι | αυτοεξευτελιζόμουν(α) | θα αυτοεξευτελίζομαι | να αυτοεξευτελίζομαι | ||
| β' ενικ. | αυτοεξευτελίζεσαι | αυτοεξευτελιζόσουν(α) | θα αυτοεξευτελίζεσαι | να αυτοεξευτελίζεσαι | (αυτοεξευτελίζου) | |
| γ' ενικ. | αυτοεξευτελίζεται | αυτοεξευτελιζόταν(ε) | θα αυτοεξευτελίζεται | να αυτοεξευτελίζεται | ||
| α' πληθ. | αυτοεξευτελιζόμαστε | αυτοεξευτελιζόμαστε αυτοεξευτελιζόμασταν |
θα αυτοεξευτελιζόμαστε | να αυτοεξευτελιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | αυτοεξευτελίζεστε | αυτοεξευτελιζόσαστε αυτοεξευτελιζόσασταν |
θα αυτοεξευτελίζεστε | να αυτοεξευτελίζεστε | (αυτοεξευτελίζεστε) | |
| γ' πληθ. | αυτοεξευτελίζονται | αυτοεξευτελίζονταν αυτοεξευτελιζόντουσαν |
θα αυτοεξευτελίζονται | να αυτοεξευτελίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | αυτοεξευτελίστηκα | θα αυτοεξευτελιστώ | να αυτοεξευτελιστώ | αυτοεξευτελιστεί | ||
| β' ενικ. | αυτοεξευτελίστηκες | θα αυτοεξευτελιστείς | να αυτοεξευτελιστείς | αυτοεξευτελίσου | ||
| γ' ενικ. | αυτοεξευτελίστηκε | θα αυτοεξευτελιστεί | να αυτοεξευτελιστεί | |||
| α' πληθ. | αυτοεξευτελιστήκαμε | θα αυτοεξευτελιστούμε | να αυτοεξευτελιστούμε | |||
| β' πληθ. | αυτοεξευτελιστήκατε | θα αυτοεξευτελιστείτε | να αυτοεξευτελιστείτε | αυτοεξευτελιστείτε | ||
| γ' πληθ. | αυτοεξευτελίστηκαν αυτοεξευτελιστήκαν(ε) |
θα αυτοεξευτελιστούν(ε) | να αυτοεξευτελιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω αυτοεξευτελιστεί | είχα αυτοεξευτελιστεί | θα έχω αυτοεξευτελιστεί | να έχω αυτοεξευτελιστεί | αυτοεξευτελισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις αυτοεξευτελιστεί | είχες αυτοεξευτελιστεί | θα έχεις αυτοεξευτελιστεί | να έχεις αυτοεξευτελιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει αυτοεξευτελιστεί | είχε αυτοεξευτελιστεί | θα έχει αυτοεξευτελιστεί | να έχει αυτοεξευτελιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε αυτοεξευτελιστεί | είχαμε αυτοεξευτελιστεί | θα έχουμε αυτοεξευτελιστεί | να έχουμε αυτοεξευτελιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε αυτοεξευτελιστεί | είχατε αυτοεξευτελιστεί | θα έχετε αυτοεξευτελιστεί | να έχετε αυτοεξευτελιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν αυτοεξευτελιστεί | είχαν αυτοεξευτελιστεί | θα έχουν αυτοεξευτελιστεί | να έχουν αυτοεξευτελιστεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοεξευτελίζομαι
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτοεξευτελίζομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)