Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοεξευτελίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοεξευτελίζομαι < αυτο- + εξευτελίζομαι

αυτοεξευτελίζομαι (αποθετικό)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]