αυτοκέφαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αὐτοκέφαλος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοκέφαλος αυτοκέφαλη αυτοκέφαλο
γενική αυτοκέφαλου αυτοκέφαλης αυτοκέφαλου
αιτιατική αυτοκέφαλο αυτοκέφαλη αυτοκέφαλο
κλητική αυτοκέφαλε αυτοκέφαλη αυτοκέφαλο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοκέφαλοι αυτοκέφαλες αυτοκέφαλα
γενική αυτοκέφαλων αυτοκέφαλων αυτοκέφαλων
αιτιατική αυτοκέφαλους αυτοκέφαλες αυτοκέφαλα
κλητική αυτοκέφαλοι αυτοκέφαλες αυτοκέφαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκέφαλος < ελληνιστική κοινή αὐτοκέφαλος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοκέφαλος, -η, -ο

  1. (θρησκεία) (νομικός όρος) που έχει δική του διοίκηση και εξουσία, ανεξάρτητα από άλλο κέντρο διοίκησης και εξουσίας
  2. (σπάνιο) αυτεξούσιος, ανεξάρτητος
  3. (ιδιωματικό) ξεροκέφαλος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]