αυτοκίνητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοκίνητος αυτοκίνητη αυτοκίνητο
γενική αυτοκίνητου αυτοκίνητης αυτοκίνητου
αιτιατική αυτοκίνητο αυτοκίνητη αυτοκίνητο
κλητική αυτοκίνητε αυτοκίνητη αυτοκίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοκίνητοι αυτοκίνητες αυτοκίνητα
γενική αυτοκίνητων αυτοκίνητων αυτοκίνητων
αιτιατική αυτοκίνητους αυτοκίνητες αυτοκίνητα
κλητική αυτοκίνητοι αυτοκίνητες αυτοκίνητα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκίνητος < αρχαία ελληνική αὐτοκίνητος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.tɔ.ˈci.ni.tɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοκίνητος αρσενικό

  1. που κινείται με δικές του δυνάμεις ή μέσα.
  2. το ουδέτερο ως ουσ. το αυτοκίνητοδείτε τη λέξη:

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Σήμερα απ' το επίθετο αυτό χρησιμοποιείται μόνο το ουδέτερο γένος του ως ουσιαστικό. Τα υπόλοιπα γένη του χρησιμοποιούνται σπανιότατα.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]