αυτοκαταστροφή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοκαταστροφή αυτοκαταστροφές
γενική αυτοκαταστροφής αυτοκαταστροφών
αιτιατική αυτοκαταστροφή αυτοκαταστροφές
κλητική αυτοκαταστροφή αυτοκαταστροφές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκαταστροφή < αυτο- + καταστροφή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ftɔ.ka.ta.stɾɔ.ˈfi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκαταστροφή θηλυκό

  1. η καταστροφή κάποιου με τη θέλησή του

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]