αυτοκατοπτρισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αυτοκατοπτρισμός οι αυτοκατοπτρισμοί
      γενική του αυτοκατοπτρισμού των αυτοκατοπτρισμών
    αιτιατική τον αυτοκατοπτρισμό τους αυτοκατοπτρισμούς
     κλητική αυτοκατοπτρισμέ αυτοκατοπτρισμοί
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκατοπτρισμός < αυτο- + κατοπτρισμός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική self‐reflexivity)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκατοπτρισμός[1] αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. αυτοκατοπτρισμός στο Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.