αυτοκινητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : αυτοκινητιστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοκινητικός αυτοκινητική αυτοκινητικό
γενική αυτοκινητικού αυτοκινητικής αυτοκινητικού
αιτιατική αυτοκινητικό αυτοκινητική αυτοκινητικό
κλητική αυτοκινητικέ αυτοκινητική αυτοκινητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοκινητικοί αυτοκινητικές αυτοκινητικά
γενική αυτοκινητικών αυτοκινητικών αυτοκινητικών
αιτιατική αυτοκινητικούς αυτοκινητικές αυτοκινητικά
κλητική αυτοκινητικοί αυτοκινητικές αυτοκινητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκινητικός < αυτοκίνητο + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοκινητικός

  1. που κινείται μόνος του
  2. που έχει σχέση με το αυτοκίνητο ή τον αυτοκινητιστή
    Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές : αυτοκινητιστικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]