αυτοκοροϊδεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκοροϊδεύομαι < αυτο- + κοροϊδεύομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

αυτοκοροϊδεύομαι

Συγγενικά[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]