αυτοκτονία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοκτονία αυτοκτονίες
γενική αυτοκτονίας αυτοκτονιών
αιτιατική αυτοκτονία αυτοκτονίες
κλητική αυτοκτονία αυτοκτονίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκτονία < αυτο- + -κτονία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /af.tɔ.ktɔ.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοκτονία θηλυκό

  • η πράξη με την οποία κάποιος βάζει ο ίδιος τέρμα στη ζωή του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]