αυτοκτονώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αὐτοκτονῶ

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοκτονώ < αρχαία ελληνική αὐτοκτονέω / αὐτοκτονῶ < αὐτοκτόνος < αὐτός + κτείνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ftɔ.ktɔ.ˈnɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αυτοκτονώ

  1. (κυριολεκτικά) σκοτώνω ο ίδιος τον εαυτού μου με τη θέλησή μου
  2. (μεταφορικά) καταστρέφομαι, χάνω κάτι σπουδαίο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]