αυτονομιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτονομιστικός αυτονομιστική αυτονομιστικό
γενική αυτονομιστικού αυτονομιστικής αυτονομιστικού
αιτιατική αυτονομιστικό αυτονομιστική αυτονομιστικό
κλητική αυτονομιστικέ αυτονομιστική αυτονομιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτονομιστικοί αυτονομιστικές αυτονομιστικά
γενική αυτονομιστικών αυτονομιστικών αυτονομιστικών
αιτιατική αυτονομιστικούς αυτονομιστικές αυτονομιστικά
κλητική αυτονομιστικοί αυτονομιστικές αυτονομιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτονομιστικός < αυτονομιστής + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτονομιστικός

  • που έχει σχέση με τον αυτονομιστή και τις επιδιώξεις του ή αναφέρεται σ’ αυτά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]