αυτοπαρατήρηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αυτοπαρατήρηση | οι | αυτοπαρατηρήσεις |
| γενική | της | αυτοπαρατήρησης* | των | αυτοπαρατηρήσεων |
| αιτιατική | την | αυτοπαρατήρηση | τις | αυτοπαρατηρήσεις |
| κλητική | αυτοπαρατήρηση | αυτοπαρατηρήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοπαρατηρήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοπαρατήρηση < αυτο- + παρατήρηση (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Selbstbeobachtung[1])
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοπαρατήρηση θηλυκό
- (ψυχολογία) η συνειδητή παρακολούθηση και αξιολόγηση των σκέψεων, των συναισθημάτων και των αντιδράσεων κάποιου, με σκοπό την κατανόηση και τον έλεγχο του εαυτού
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Άλλες γραφές
[επεξεργασία]- αὐτοπαρατήρηση (πολυτονική γραφή του αυτοπαρατήρηση)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- αυτοπαρατηρησία
- αυτοπαρατηρητής
- αυτοπαρατηρητικός
- αυτοπαρατηρούμενος
- αυτοπαρατηρώ
- → δείτε τις λέξεις αυτός και παρατηρώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοπαρατήρηση
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ αυτοπαρατήρηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ψυχολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)