Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοπαρατήρηση

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: αυτοπαρατηρησία

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοπαρατήρηση οι αυτοπαρατηρήσεις
      γενική της αυτοπαρατήρησης* των αυτοπαρατηρήσεων
    αιτιατική την αυτοπαρατήρηση τις αυτοπαρατηρήσεις
     κλητική αυτοπαρατήρηση αυτοπαρατηρήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, αυτοπαρατηρήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοπαρατήρηση < αυτο- + παρατήρηση (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Selbstbeobachtung[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοπαρατήρηση θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Άλλες γραφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. αυτοπαρατήρηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)