Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοπαρατηρητικός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αυτοπαρατηρητικός η αυτοπαρατηρητική το αυτοπαρατηρητικό
      γενική του αυτοπαρατηρητικού της αυτοπαρατηρητικής του αυτοπαρατηρητικού
    αιτιατική τον αυτοπαρατηρητικό την αυτοπαρατηρητική το αυτοπαρατηρητικό
     κλητική αυτοπαρατηρητικέ αυτοπαρατηρητική αυτοπαρατηρητικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αυτοπαρατηρητικοί οι αυτοπαρατηρητικές τα αυτοπαρατηρητικά
      γενική των αυτοπαρατηρητικών των αυτοπαρατηρητικών των αυτοπαρατηρητικών
    αιτιατική τους αυτοπαρατηρητικούς τις αυτοπαρατηρητικές τα αυτοπαρατηρητικά
     κλητική αυτοπαρατηρητικοί αυτοπαρατηρητικές αυτοπαρατηρητικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοπαρατηρητικός < αυτοπαρατηρώ + -τικός

Επίθετο

[επεξεργασία]

αυτοπαρατηρητικός

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]