αυτοπαρατηρούμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]αυτοπαρατηρούμενος
- μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος αυτοπαρατηρώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοπαρατηρούμενος
|
|
αυτοπαρατηρούμενος
|
|