αυτοπειθαρχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοπειθαρχία αυτοπειθαρχίες
γενική αυτοπειθαρχίας αυτοπειθαρχιών
αιτιατική αυτοπειθαρχία αυτοπειθαρχίες
κλητική αυτοπειθαρχία αυτοπειθαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοπειθαρχία < αυτο- + πειθαρχία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-discipline)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοπειθαρχία θηλυκό

  • η ικανότητα ένος προσώπου να καταστέλλει τις συναισθηματικες του παρορμήσεις, έναντι της υπερίσχυσης της βούλησής του, σε σχεση με κάποιο στόχο και τις απαιτούμενες ενέργειες για την επίτευξή του. Σχετίζεται με την προόδο του χαρακτήρα, καθώς είναι μια ικανότητα η οποία καλλιεργείται μέσω της άσκησής της.

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]