αυτοπροβάλλομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοπροβάλλομαι < αυτο- + προβάλλομαι
Ρήμα
[επεξεργασία]αυτοπροβάλλομαι
- (αμετάβατο) προβάλλω τον εαυτό μου, επιδεικνύομαι
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοπροβάλλομαι
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτοπροβάλλομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- αυτοπροβάλλομαι - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας