Μετάβαση στο περιεχόμενο

αυτοπροστασία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αυτοπροστασία οι αυτοπροστασίες
      γενική της αυτοπροστασίας των αυτοπροστασιών
    αιτιατική την αυτοπροστασία τις αυτοπροστασίες
     κλητική αυτοπροστασία αυτοπροστασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αυτοπροστασία < αυτο- + προστασία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-protection

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.fto.pɾo.staˈsi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αυτοπροστασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αυτοπροστασία θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις αυτός και προστάτης

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]