αυτοπροστασία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αυτοπροστασία < αυτο- + προστασία, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική self-protection
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.fto.pɾo.staˈsi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : αυ‐το‐προ‐στα‐σί‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αυτοπροστασία θηλυκό
- η προστασία του εαυτού μας που εξασφαλίζεται με δικές μας ενέργειες ή μέσα
- παλιότερη πολυτονική γραφή: αὐτοπροστασία
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτοπροστασία
Πηγές
[επεξεργασία]- αυτοπροστασία - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- αυτοπροστασία - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- αυτοπροστασία - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αυτο- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)