αυτοπυρπόληση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτοπυρπόληση αυτοπυρπολήσεις
γενική αυτοπυρπόλησης
& αυτοπυρπολήσεως
αυτοπυρπολήσεων
αιτιατική αυτοπυρπόληση αυτοπυρπολήσεις
κλητική αυτοπυρπόληση αυτοπυρπολήσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοπυρπόληση < αυτοπυρπολούμαι + -ση (μεταφραστικό δάνειο από την γερμανική Selbstverbrennung)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτοπυρπόληση θηλυκό

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]