αυτοσχέδιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυτοσχέδιος αυτοσχέδια αυτοσχέδιο
γενική αυτοσχέδιου αυτοσχέδιας αυτοσχέδιου
αιτιατική αυτοσχέδιο αυτοσχέδια αυτοσχέδιο
κλητική αυτοσχέδιε αυτοσχέδια αυτοσχέδιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυτοσχέδιοι αυτοσχέδιες αυτοσχέδια
γενική αυτοσχέδιων αυτοσχέδιων αυτοσχέδιων
αιτιατική αυτοσχέδιους αυτοσχέδιες αυτοσχέδια
κλητική αυτοσχέδιοι αυτοσχέδιες αυτοσχέδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτοσχέδιος < αρχαία ελληνική αὐτοσχέδιος < αὐτός + σχέδιος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτοσχέδιος -α -ο

  1. χαρακτηρισμός για κάποιον που αυτοσχεδιάζει
  2. που είναι προϊόν αυτοσχεδιασμού
  3. που έχει σχεδιαστεί και κατασκευαστεί από κάποιον ιδιώτη, για να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες ανάγκες, που δεν είναι βιομηχανικό προϊόν
    ένας αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]