αυτουργός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αυτουργός αυτουργοί
γενική αυτουργού αυτουργών
αιτιατική αυτουργό αυτουργούς
κλητική αυτουργέ αυτουργοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτουργός < αρχαία ελληνική αὐτουργός < αὐτός + ἔργον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτουργός αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο άνδρας ή η γυναίκα που διαπράττει ένα ποινικό αδίκημα ως δράστης ή μετέχει έμμεσα σε αυτό σε σημαντικό βαθμό
  2. ο ή η συμμέτοχος στην τέλεση ενός εγκλήματος

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • φυσικός αυτουργός είναι εκείνος που διαπράττει ο ίδιος το αδίκημα, αυτοπροσώπως, με τα χέρια του, με δικά του μέσα, ο δράστης
  • ηθικός αυτουργός είναι εκείνος που σχεδιάζει ένα αδίκημα και παρακινεί κάποιον να το τελέσει και που μπορει ο ίδιος να μην παρευρίσκεται στην τέλεση του αδικήματος με τη φυσική του παρουσία
  • έμμεσος αυτουργός είναι εκείνος που προκαλεί ένα αδίκημα, μέσω άλλου, και που χωρις την συμμετοχή του αυτό το αδίκημα δεν θα είχε διαπραχθεί. Παραπλανεί και πείθει άλλο άτομο να παρανομήσει, χωρίς όμως ο δράστης να μπορεί να φέρει ποινική ευθύνη - π.χ. βάζει τον Τάκη να επιτεθεί στον Κώστα και παράλληλα παρακινεί τον Κώστα να αμυνθεί, ο Κώστας αμυνόμενος τραυματίζει τον Τάκη, αλλά αφού αμυνόταν, υπαίτιος είναι ο υποκινητής, ως έμμεσος αυτουργός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]