αυτόλυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτόλυση < αυτο- + λύση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αυτόλυση θηλυκό

  1. αυτοδιάσπαση
  2. (βιοχημεία), (ιατρική): η διάσπαση των ιστών των οργανισμών, συνηθέστερα μετά το θάνατο, από τα ίδια τους τα ένζυμα, τα δε στάδια της αυτόλυσης μελετά η ιατροδικαστική.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]