αυτόφωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Πρότυπο:ο μη σκιαζόμενος, ούτε σκιάζων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυτόφωτος < Πρότυπο:ο αυτο-φω-τος=αυτο-φω(σ)-τος = ο ωσαν το ίδιο φώς,ο αυτο(ανακλών-)φως,

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυτόφωτος, -η, -ο

  1. που (παράγει),(είναι) φως από μόνος του
    ο Ήλιος (Δεν)είναι αυτόφωτο ουράνιο σώμα,αλλά "αυτοφώτιστο, αυτοφωτίζον, αυτοφωτιζόμενο" αρα και "αυτοσκιάζων και αυτοσκιαζόμενο" Πρβλ. Ηλιακές εκλείψεις


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]