Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφέντης

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀφέντης

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αφέντης οι αφέντες
& αφεντάδες
      γενική του αφέντη των αφεντών
& αφεντάδων
    αιτιατική τον αφέντη τους αφέντες
& αφεντάδες
     κλητική αφέντη αφέντες
& αφεντάδες
Κατηγορία όπως «αφέντης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφέντης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀφέντης < αρχαία ελληνική αὐθέντης[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈfen.dis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αφέντης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αφέντης αρσενικό, αφέντισσα και αφέντρα θηλυκό

  1. ο ηγεμόνας
  2. ο κυρίαρχος, ο κύριος
      Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σπίτι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]