αφέψημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφέψημα < ελληνιστική κοινή ἀφέψημα < ἀπό + ἕψω (βράζω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αφέψημα

  1. το προϊόν του βρασμού μέσα σε νερό διάφορων φυτικών φαρμακευτικών ή αρωματικών ουσιών
    το κατάστημα σερβίρει καφέ, τσάι, χαμομήλι και άλλα αφεψήματα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]