αφήνομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφήνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αφήνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αφήνομαι, πρτ.: αφηνόμουν, στ.μέλλ.: θα αφεθώ, αόρ.: αφέθηκα

  1. με αφήνουν
    ο κρατούμενος αφέθηκε ελεύθερος
  2. αφήνω τον εαυτό μου
    αφέθηκε να πέσει στο κενό
    • παύω να προβάλλω αντίσταση σε κάτι
      αφέθηκε στο ερωτικό πάθος

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]