αφήνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφήνω < αρχαία ελληνική ἀφίημι

Open book 01.svg Ρήμα[]

αφήνω, παρατ.: άφηνα, στιγμ. μέλλ.: θα αφήσω, αόρ.: άφησα , παθ.φωνή: αφήνομαι , προστ. αορ.: άφησε και άσε

  1. χαλαρώνω τη λαβή μου και έτσι παύω να κρατώ κάτι επιτρέποντάς του να κινηθεί ελεύθερα
    άφησε το μολύβι του να πέσει στο πάτωμα
  2. παύω να έχω πάνω μου ένα αντικείμενο και το ακουμπώ σε κάποιο σημείο
    μάλλον άφησα το πορτοφόλι μου πάνω στο τραπέζι
  3. δεν μετακινώ κάτι, δεν του αλλάζω την κατάστασή του
    άφησε τα πιάτα στο τραπέζι
    θα με αφήσεις ήσυχο;
  4. παραδίδω κάτι σε κάποιον, για να το ξαναπάρω αργότερα
    άφησα το αυτοκίνητο στο συνεργείο
  5. παύω να ασχολούμαι με κάτι και το εμπιστεύομαι σε άλλον
    ας το αφήσουμε στους ειδικούς
  6. ορίζω αντικαταστάτη
    άφησα το Νίκο στο πόδι μου για το διάστημα που θα λείπω
  7. σταματώ να ακολουθώ μια τακτική
    ας αφήσουμε τα υπονοούμενα
  8. κληροδοτώ
    ο θείος μου μου άφησε στη διαθήκη του ένα διαμέρισμα
  9. φεύγω
    άφησε την πατρίδα του και πήγε στην Αμερική
  10. εγκαταλείπω κάτι με το οποίο με συνέδεε στενή σχέση, παρατώ
    άφησε την παλιά του δουλειά αλλά δεν κατάφερε ακόμα να βρει καινούρια
    άφησε τον άντρα της και τα παιδιά της
  11. ελευθερώνω, δεν κρατώ πια δέσμιο
    τον άφησαν ελεύθερο
  12. επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι
    οι επιτηρητές τον άφησαν να αντιγράψει

Εκφράσεις[]

  • αφήνω μούσι, μουστάκι: δεν ξυρίζομαι ώστε να αναπτυχθεί τριχοφυΐα

32πχ Μεταφράσεις[]