αφίλευτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αφίλευτος, -η, -ο
- που δεν τον έχουν φιλέψει
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφίλευτος
|
αφίλευτος, -η, -ο
|