αφακέλωτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]αφακέλωτος, -η, -ο
- που δεν έχει φακελωθεί
Αντώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφακέλωτος
|
|
αφακέλωτος, -η, -ο
|
|