αφασικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφασικός αφασική αφασικό
γενική αφασικού αφασικής αφασικού
αιτιατική αφασικό αφασική αφασικό
κλητική αφασικέ αφασική αφασικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφασικοί αφασικές αφασικά
γενική αφασικών αφασικών αφασικών
αιτιατική αφασικούς αφασικές αφασικά
κλητική αφασικοί αφασικές αφασικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφασικός < αφασία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφασικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την αφασία
  2. που πάσχει από αφασία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]