αφερματίζοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφερματίζοντας < μετοχή ενεστώτα του αφερματίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αφερματίζοντας άκλιτο

  1. (ναυτικός όρος): αφαιρώντας έρμα από πλοίο ή σκάφος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]