αφερματισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφερματισμένος αφερματισμένη αφερματισμένο
γενική αφερματισμένου αφερματισμένης αφερματισμένου
αιτιατική αφερματισμένο αφερματισμένη αφερματισμένο
κλητική αφερματισμένε αφερματισμένη αφερματισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφερματισμένοι αφερματισμένες αφερματισμένα
γενική αφερματισμένων αφερματισμένων αφερματισμένων
αιτιατική αφερματισμένους αφερματισμένες αφερματισμένα
κλητική αφερματισμένοι αφερματισμένες αφερματισμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφερματισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αφερματίζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αφερματισμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: αφερματίζω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]