αφηγηματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφηγηματικός < (ελληνιστική κοινή) ἀφηγηματικός < αρχαία ελληνική ἀφηγοῦμαι
Επίθετο
[επεξεργασία]αφηγηματικός, -ή, -ό
- σχετικός με την αφήγηση
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- Παναγιώτης Νούτσος, «Σημειώσεις καθημερινότητας», Το Βήμα, 12 Δεκεμβρίου 2015
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.