αφηγηματικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφηγηματικός < (ελληνιστική κοινή) ἀφηγηματικός < αρχαία ελληνική ἀφηγοῦμαι
Επίθετο
[επεξεργασία]αφηγηματικός, -ή, -ό
- σχετικός με την αφήγηση
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.
- Παναγιώτης Νούτσος, «Σημειώσεις καθημερινότητας», Το Βήμα, 12 Δεκεμβρίου 2015
- ※ Πλοία εμφανίζονται επίσης στην αρχαία ελληνική αγγειογραφία, ειδικά όταν σχετίζονται με αφηγηματικό πλαίσιο, καθώς και σε νομίσματα.
- Γιώργος Φωκιανός, Οταν η θάλασσα και η ναυτιλία γοητεύουν τους καλλιτέχνες, Το Βήμα, 26 Μαΐου 2024
- ※ Αντίθετα με τα αφηγηματικά έργα, στις προσωπογραφίες, το υλικό είναι σχεδόν πάντα το λάδι, και οι πρόγονοί τους πρέπει να αναζητηθούν στη ζωγραφική της Ευρώπης, από τον Εμπρεσιονισμό και μετά, σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία ανατολίζοντα, που οφείλονται στο Φαγιούμ και στο Βυζάντιο.
- Ειρήνη Φλώρου, Γιάννης Τσαρούχης: Η ζωγραφική και η εποχή του, Νέα Σύνορα, εκδοτικός οργανισμός Λιβάνη, 1999, σελ. 73)
- ※ Μέσα από τα αφηγηματικά τεχνάσματα ο ποιητής ενδιαφέρεται να μην αναλωθεί σε μια «συμβαντο-λογική» γραφή, εφόσον επιλέγει με διακριτικό τρόπο τη διαρκή προβληματοθεσία και τη σκιαγράφηση των σύστοιχων απαντήσεων.