αφηρημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφηρημένος < από τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος αφαιρώ.
πτώση ενικός
ονομαστική αφηρημένος αφηρημένη αφηρημένο
γενική αφηρημένου αφηρημένης αφηρημένου
αιτιατική αφηρημένο αφηρημένη αφηρημένο
κλητική αφηρημένε αφηρημένη αφηρημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφηρημένοι αφηρημένες αφηρημένα
γενική αφηρημένων αφηρημένων αφηρημένων
αιτιατική αφηρημένους αφηρημένες αφηρημένα
κλητική αφηρημένοι αφηρημένες αφηρημένα

Open book 01.svg Μετοχή[]

αφηρημένος αρσενικό, αφηρημένη θηλυκό, αφηρημένο ουδέτερο

  1. που δεν έχει εστιάσει την προσοχή του ή σκέφτεται διαφορετικά πράγματα από αυτά που συζητιούνται ή συμβαίνουν
    είσαι πολύ αφηρημένη τελευταία
  2. αυτός που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός με τις αισθήσεις αλλά με τη διάνοια, ο μη αισθητός
    οι πλατωνικές Ιδέες είναι άυλες, αιώνιες κι αφηρημένες οντότητες
  3. αφηρημένο ουσιαστικό: το ουσιαστικό που δηλώνει μια έννοια που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις, π.χ. δικαιοσύνη, αρετή, σοφία, αλήθεια, αριθμός κ.λπ.
  4. αφηρημένοι αριθμοί: οι αριθμοί που δεν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένη ποσότητα ή μέγεθος ή δε δηλώνουν συγκεκριμένο είδος μονάδων, π.χ. 11, 45, 17 σε αντιδιαστολή προς τους 11 μήνες, 45 μαθητές, 17 χιλιόμετρα
  5. καθετί που στην τέχνη χρησιμοποιεί μόνο σχήματα και γραμμές χωρίς αναπαριστά πιστά την πραγματικότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]