αφοπλιστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφοπλιστικός αφοπλιστική αφοπλιστικό
γενική αφοπλιστικού αφοπλιστικής αφοπλιστικού
αιτιατική αφοπλιστικό αφοπλιστική αφοπλιστικό
κλητική αφοπλιστικέ αφοπλιστική αφοπλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφοπλιστικοί αφοπλιστικές αφοπλιστικά
γενική αφοπλιστικών αφοπλιστικών αφοπλιστικών
αιτιατική αφοπλιστικούς αφοπλιστικές αφοπλιστικά
κλητική αφοπλιστικοί αφοπλιστικές αφοπλιστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφοπλιστικός < αφοπλίζω + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική désarmant)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφοπλιστικός, -ή, -ό

  1. που κατακτά τους άλλους με κάποια αρετή ή προσόν του, που σταματά με το προσόν αυτό οιαδήποτε τάση του άλλου για αρνητική ή επιθετική συμπεριφορά, που γοητεύει
  2. ο σχετικός με τον αφοπλισμό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]