αφορίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφορίζω < από + ορίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αφορίζω

  1. διώχνω από την Εκκλησία
    τον αφόρισαν λόγω βλασφημίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]