αφορμάριστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αφορμάριστος αφορμάριστη αφορμάριστο
γενική αφορμάριστου αφορμάριστης αφορμάριστου
αιτιατική αφορμάριστο αφορμάριστη αφορμάριστο
κλητική αφορμάριστε αφορμάριστη αφορμάριστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αφορμάριστοι αφορμάριστες αφορμάριστα
γενική αφορμάριστων αφορμάριστων αφορμάριστων
αιτιατική αφορμάριστους αφορμάριστες αφορμάριστα
κλητική αφορμάριστοι αφορμάριστες αφορμάριστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αφορμάριστος < α- + φορμάρω + -τος < φόρμα < ιταλική forma < λατινική forma < ετρουσκικά *morma < αρχαία ελληνική μορφή (αντιδάνειο)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αφορμάριστος, -η, -ο

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]