αφοσίωση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | αφοσίωση | οι | αφοσιώσεις |
| γενική | της | αφοσίωσης* | των | αφοσιώσεων |
| αιτιατική | την | αφοσίωση | τις | αφοσιώσεις |
| κλητική | αφοσίωση | αφοσιώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, αφοσιώσεως Συνήθως στον ενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αφοσίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀφοσίωσις (θρησκευτικός καθαρμός) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dévotion
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.foˈsi.o.si/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐φο‐σί‐ω‐ση
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφοσίωση θηλυκό
- το αποτέλεσμα του αφοσιώνομαι
- η απόλυτη ενασχόληση με κάτι
Είναι μεγάλη η αφοσίωσή του στην επιστήμη, στο λειτούργημα που υπηρετεί
- η αποκλειστική φροντίδα για κάποιον
Η αφοσίωσή της στους γονείς της ήταν απόλυτη. Τους φρόντισε τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.- ※ Ο Χότζα με κάθε ευκαιρία ενίσχυε την αφοσίωση στη ΕΣΣΔ, καταδικάζοντας τον μέχρι τώρα εχθρό, τον τιτοϊσμό. «Να καταπολεμείται ο τιτοϊσμός ως η πιο επικίνδυνη κλίκα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ενάντια στη Σοβιετική Ένωση και τις λαϊκές δημοκρατίες (Γκίνη Ελένη, «Ο πολιτικός λόγος του Ενβέρ Χότζα και η ιδιοτυπία του αλβανικού σοσιαλισμού», Πρωτεύουσα μεταπτυχιακή εργασία, ΑΠΘ, Φιλοσοφική Σχολή, Θεσσαλονίκη 2012 )
- ※ Εξαιρετικοί χαρακτήρες, λεπτοδουλεμένοι, πλήθος στοιχείων της κουβανικής κουλτούρας, μπαρόκ περιγραφές και κρατερά συναισθήματα φιλίας και αφοσίωσης (Λεονάρδο Παδούρα: «Αφηγούμαι την ιστορία μιας γενιάς ανθρώπων που είναι ηττημένοι», epohi.gr, 4/7/2022, )
- η απόλυτη ενασχόληση με κάτι
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)